ἀπέκδοσις
ἀπέκδοσις, contract
ἀπέκ-δοσις, εως, ἡ,
- contract, -σιν ποιῆσαι Milet 6.36 (-έγδ- lapis), cf. PPetr. 2 p.34; performance of work contracted for, ἐν τῇ ἀ. τῶν ἔργων PSI 4.352.5 (iii B. C.).
contrata
ἀ. ποιῆσαι
ἐν τῇ ἀ. τῶν ἔργων
δεῖ ὑμᾶς λαβεῖν κατὰ τὴν ἀ.