ἀπεκδίδωμι
ἀπεκδίδωμι, relet
ἀπεκ-δίδωμι
- relet (after cancelling a contract), CIG 2266 (Delos); simply, contract for, στήλην Michel 468.72 (Iasus); ὅπως στήλη κατασκευασθῇ ib. 481.31 (Priene).
1 dar en matrimonio
(γυναῖκα) ἑπτὰ ἀνδράσιν
2 contratar c. ac. de pers.
τὸν νεωποίην ... ἀπεγδοῦναι ὅπως στήλη ... κατασκευασθῇ
• c. ac. y dat.
ἐρίων μν(ᾶς) κε καὶ ἀπέγδος Ἀρτεμιδώρῳ ἵνα κατασκευάσῃ
3 dar en contrata c. ac. de una obra
τὴν διώρυγα
ἀπεκδοῦναι τὰ κατα[λειφθέντα τῶν ἔργων
• dar en alquiler
αἶγες ... ἃς σὺ ἀπεξέδωκας