ἀπεδανός Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀπεδᾰνός, όν, = ἠπεδανός, Hsch. s.h.v. ἀπεδανός v. ἠπεδανός. ἀπεδανός, v. ἠπεδανός. ἀπεδανός, dor., = ἠπεδανός.