ἀπεδίλωτος Save DGE Bailly 2024 Pape ἀπεδίλωτος -ον • Prosodia: [-ῑ-] descalzo ἀπεδίλωτοι ... πατεῦμες Call.Cer.124. ἀ·πεδίλωτος, ος, ον [ῑ] c. le préc. Call. Cer. 124. Étym. ἀ, πεδιλόω. ἀπεδίλωτος, unbeschuht, Callim. Cer. 125.