ἀποδαίω
ἀποδαίω, (δαίω),
1) abteilen, Jemdm etwas von einer Sache zuteilen, Il. 17.231 ἥμισυ τῷ ἐνάρων ἀποδάσσομαι, 22.118 ἀμφὶς Ἀχαιοῖς ἄλλʼ ἀποδάσσεσθαι, 24.595 σοὶ δʼ αὖ ἐγὼ καὶ τῶνδʼ ἀποδάσσομαι ; ἶσον ἀποδάσσασθαι Pind. N. 10.86 u. sp.D., wie Opp. H. 4.483 ; ἑᾶς ἀπεδάσσαο τιμᾶς Theocr. 17.50, Schol. ἀπεμερίσω, zuteilen.
2) abteilen, einen Teil absondern, ἀποδασάμενος μόριον τῆς στρατιᾶς Her. 2.103.
1) abteilen, Jemdm etwas von einer Sache zuteilen, Il. 17.231 ἥμισυ τῷ ἐνάρων ἀποδάσσομαι, 22.118 ἀμφὶς Ἀχαιοῖς ἄλλʼ ἀποδάσσεσθαι, 24.595 σοὶ δʼ αὖ ἐγὼ καὶ τῶνδʼ ἀποδάσσομαι ; ἶσον ἀποδάσσασθαι Pind. N. 10.86 u. sp.D., wie Opp. H. 4.483 ; ἑᾶς ἀπεδάσσαο τιμᾶς Theocr. 17.50, Schol. ἀπεμερίσω, zuteilen.
2) abteilen, einen Teil absondern, ἀποδασάμενος μόριον τῆς στρατιᾶς Her. 2.103.