ἀπόδαρμα Save ἀπόδαρμα, hide, scalp LSJ DGE Grieks Nederlands ἀπόδαρ-μα, ατος, τό, hide, Hdt. 4.64 (v.l. -δερμα). ἀπόδαρμα -ματος, τό cuero cabelludo Hdt.4.64. ἀπό-δαρμα -ατος, τό [δέρμα] afgestroopte huid.