ἀποσχοινίζω
ἀποσχοινίζω, to separate by a cord
- separate by a cord: hence generally, bar, exclude, ἀπεσχοινισμένος πᾶσι τοῖς ἐν τῇ πόλει δικαίοις D. 25.28: abs., Plu. Virt.mor. 2.443c; ἀρετῆς Ph. 1.205; ἀ. τινά τινος ib. 219, cf. Lib. Decl. 23.45.
1 tr. separar mediante una cuerda o cordón de donde, gener. apartar, separar c. ac.
αὐτούς
τῆς ἀληθείας ἑαυτούς
2 intr. separarse
ὅταν εὐσέβεια τῶν ἰδίων ὀργίων ἀποσχοινίσῃ
ἀποσχοινίσαντες· ἀποστερήσαντες
• en v. med.-pas. c. gen.
ἀρετῆς ... ἀποσχοινισθείς
ἀ]ποσχοινι[σθ]εὶς τοῦ σοῦ συνοικεσίου
ὡς μελλόντων αὐτῶν ἀποσχοινίζεσθαι
• en perf. estar separado c. gen.
ἀπεσχοινισμένος ἐστὶν ... τῆς τοῦ Θεοῦ οὐσίας
τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἀπεσχοίνισται
πάντων ... ἀπεσχοινισμένον
ἀπεσχοινισμένος πᾶσι τοῖς ἐν τῇ πόλει δικαίοις
apartado de todos los asuntos legales de la ciudad
• estar interrumpido
κοινωνίαν ... ἀπεσχοινισμένην
- to separate by a cord: generally, to separate, Dem.