ἀπόδικος
ἀπόδικος, rejected
ἀπόδῐκος, ον,
- = ἀπολελυμένος τοῦ ἐγκλήματος, π όλις GDI 1432 (Hypata).
- 2 rejected, δίκα IG 9(1).692.3 (Corcyra, ii B. C.).
1 absuelto de una acusación
πόλις
2 fallado en contra
δίκα