ἀποδιαπέμπομαι
ἀποδιαπέμπομαι, divert
ἀποδια-πέμπομαι,
- divert, ἡμᾶς τῆς ματαίας πλάνης Syn.Alch. p.59 B.
desviar
ἡμᾶς τῆς ματαίας πλάνης
• apartar
τῆς κοινῆς ἑστίας
ἀποδιαπέμπομαι, divert
desviar
ἡμᾶς τῆς ματαίας πλάνης
• apartar
τῆς κοινῆς ἑστίας