ἀποδιορίζω
ἀποδιορίζω, to mark off by dividing, to separate
ἀποδιορ-ίζω,
- mark off by dividing or defining, Arist. Pol. 1290b26; (sc. ἑαυτούς) Ep.Jud. 19.
1 definir
πρῶτον ἂν ἀποδιωρίζομεν ἄπερ ἀναγκαῖον πᾶν ἔχειν ζῷον
2 separar, apartar
οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποδιορίζοντες, ψυχικοί, Πνεῦμα μὴ ἔχοντες
ἀποδιωρίσθη τὰ ἐλαφρὰ εἰς ὕψος
ἀπο·διορίζω, délimiter, d’où séparer, diviser, Arstt. Pol. 4, 4.
ἀποδιορίζω, absondern, Arist. Pol. 4.3.9 ; NT.
ἀποδιορίζω
- to mark off by dividing, to separate, NTest.