ἀργάεις Save LSJ DGE Grieks Nederlands Slater Pindar ἀργάεις, v. ἀργήεις. ἀργάεις v. ἀργήεις. ἀργάεις Dor. voor ἀργήεις. ἀργᾱεις 1white ταῦρον ἀργάεντα (contra Σ. εὐθαλῆ καὶ μέγαν) O. 13.69