ἀργαλεότης
ἀργαλεότης, grievousness
ἀργᾰλεότης, ητος, ἡ,
- grievousness, Ph. 1.346, Eust. 892.32.
lo penoso, la dificultad
τοῦ ἄσθματος
ἀργαλεότης, ητος (ἡ) [γᾰ] difficulté, Phil.
Étym. ἀργαλέος.