ἀρηγών
ἀρηγών, a helper
ἀρηγών [ᾰ], όνος, ὁ, ἡ,
- helper, Il. 4.7, 5.511, in fem.; masc. in Batr. 280, etc.; ἀρηγόνος ἡνιόχοιο Opp. H. 5.108.
que presta ayuda o auxilio, auxiliador esp. de dioses, c. dat. de pers.
δοιαὶ μὲν Μενελάῳ ἀρηγόνες εἰσὶ θεάων Ἥρη τ' ... καὶ ... Ἀθήνη
ἡ (Ἀθήνη) γάρ ῥα πέλεν Δαναοῖσιν ἀρηγών
σφετέροισιν ἰόντες ἀρηγόνες ... πάντες ... θεοί
ἄρσενι ... ἀρηγόνα ... Ἀθήνην
εὐχομένῳ ... ἀρηγόνα λᾶαν
• abs.
Παλλάς
Κυανοχαίτης
ἡνίοχος
οἱ δελφῖνες
ἀρηγών, όνος (ὁ, ἡ) [ᾰ] auxiliaire, Il. 4, 7 ; 5, 511 ; Batr. 281 ; Opp. H. 5, 108.
Étym. ἀρήγω.
ἀρηγών, όνος, ὁ, ἡ, Helfer, Helferin, Hom. zweimal, als fem., Il. 5.511 ἡ γάρ ῥα πέλεν Δαναοῖσιν ἀρηγών, 4.7 δοιαὶ Μενελάῳ ἀρηγόνες εἰσὶ θεάων ; vgl. Scholl.; als masc. Batrach. 281 πάντες ἴωμεν ἀρηγόνες ; als adjekt. Opp. Hal. 5.108 ἀρηγόνος ἡνιόχοιο.
ἀρηγών
-όνος
[ἀρήγω.]
A helper, aider Il. 4.7, Il. 5.511.
ἀρηγών , όνος (ἀρήγω): helper, fem., Il. 5.511 and Il. 4.7.
ἀρηγών
ἀρήγω
- a helper, Il.