ἀρθρίδιον
ἀρθρίδιον, τό,
- Dim. of ἄρθρον, v.l. for ἀγρίδιον, M.Ant. 4.3.
ἀρθρίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petite articulation, M. Ant. 4, 3.
Étym. ἄρθρον.
ἀρθρίδιον, τό, dim. von ἄρθρον, M.Ant. 4.3.