ἀρτάμησις Save ἀρτάμησις, slaughtering LSJ DGE ἀρτᾰμ-ησις, εως, ἡ, slaughtering, βοός IG 7.2426.15 (Thebes). ἀρτάμησις -εως, ἡ descuartizamiento τοῦ βοός IG 7.2426.15 (Tebas II a.C.).