Ἀρταζώστρη Save DGE Bailly 2024 Ἀρταζώστρη -ης, ἡ v. Ἀρτοζώστρη. Ἀρταζώστρη, ης (ἡ) Artazôstrè, n. de f. persan, Hdt. 6, 43.