Ἀρχιμήδειος Save DGE Bailly 2024 Ἀρχιμήδειος -ον arquimedeo, de Arquímedes σφαῖρα S.E.M.9.115. Ἀρχιμήδειος, ος, ον [ῐ] d’Archimède, Cic. Att. 12, 4 ; 13, 28 ; Sext. M. 9, 115.