ἀσκαύλης
ἀσκαύλης, bagpiper
ἀσκαύλης, ου, ὁ, (ἀσκός)
- bagpiper, Mart. 10.3, Gloss.
lat. ascaules, gaitero, PSAAthen.43ue.1.3, 5, 7, 2.6 (II d.C.), Mart.10.3, Not.Tir.107.11 (cf.
αὐλεῖν τῷ τε στόματι καὶ ταῖς μασχάλαις ἀσκὸν ὑποβάλλοντα
ἀσκ·αύλης, ου (ὁ) joueur de cornemuse, D. Chr. 2, 381.
Étym. ἀσκός, αὐλέω.
ἀσκαύλης, ὁ, Sackpfeifer, Dio Chrys. Or. 71.