ἀστρωπός
ἀστρωπός, όν,
- = ἀστερωπός, E. HF 406 (lyr.).
brillante, resplandeciente
ἀστρωποὺς οἴκους ... θεῶν
ἀστρ·ωπός, ός, όν, poét. brillant, étoilé, Eur. H.f. 406.
Étym. ἄ. ὤψ.
ἀστρωπός, οἶκος Eur. Herc.Fur. 406, sternglänzend, s. ἀστερωπός.
ἀστρωπός
ἀστερωπός
- = ἀστερ-ωπός, Eur.