ἁμαξαῖος
ἁμαξαῖος, of/like a wagon
ἁμαξ-αῖος, α, ον,
- of or like a wagon, ἁ. ἄρκτος (cf. ἄμαξα III), Arat. 93, cf. Nonn. D. 1.251.
ἁμαξαῖος, α, ον [ᾰμ] c. ἁμαξιαῖος, Nonn. D. 1, 251.
ἁμαξαῖος, = ἁμαξιαῖος, Nonn. öfter.