ἁρματοποιέω Save LSJ DGE Pape ἁρμᾰτο-ποιέω, = ἁρματοπηγέω, Poll. 7.113. ἁρματοποιέω construir carros Poll.7.115. ἁρματοποιέω, einen Wagen bauen, Poll. 7.115.