ἁρματροχιή
ἁρματροχιή, wheel - rut
ἁρμα·τροχιή, ῆς (ἡ) [μᾱ] c. ἁρματοτροχιά, Il. 23, 505.
ἁρματροχιή, ἡ, Wagengeleis, Il. 23.505.
ἁρματροχιή
ἡ
[ἅρμα + τροχ-, τρέχω.]
The mark or furrow left by a chariot-wheel Il. 23.505.
ἁρματροχιή (τροχός): wheel - rut, Il. 23.505†.