ἁρματοτροχιά
ἁρματοτροχιά, the wheel-track of a chariot
ἁρμᾰτο-τροχιά, Ep. -ιή, ἡ,
- wheel-track of a chariot, Il. 23.505, Ph. 1.312, Luc. Dem.Enc. 23, Ael. VH 2.27, Q.S. 4.516.
rodera, releje, surco de las ruedas del carro
οὐδέ τι πολλὴ γίγνετ' ἐπισσώτρων ἁρματροχιὴ ... ἐν λεπτῇ κονίῃ
ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἁρματοτροχιᾶς ... μηδὲν παραβάντας
τὰς ἁρματοτροχιάς ἀλεείνειν
ἁρματο·τροχιά, ᾶς (ἡ) [μᾰ] ornière, Luc. Dem. enc. 23 ; El. N.A. 2, 37.
Étym. ἅρμα, τροχός.
ἁρματοτροχιά, ἡ, Wagengeleis, Ael. H.A. 2.36 ; Luc. Dem. enc. 23.
ἁρματοτροχιά
τροχός
- the wheel-track of a chariot, Luc.:—Hom. uses poet. form ἁρματροχιή, Il.