ἄθρακτος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἄθρακτος, ον, (θράσσω) = ἀτάρακτος, Hsch. ἄθρακτος, c. ἀτάρακτος, Soph. fr. 812. ἄθρακτος, ungestört, Soph. frg. 812.