ἀθορύβητος
ἀθορύβητος, undisturbed
ἀθορύβ-ητος, ον,
- undisturbed: τὸ -ητότατον tranquillity of mind, X. Ages. 6.7.
no turbado
τὸ ἀθορυβητότατον
ψυχὴν ἀθορύβητον ἔχειν
• ac. adv. ἀθορύβητα sin estorbo, sin molestias
μέλπειν
ἀ·θορύβητος, ος, ον [ῠ] non troublé, Xén. Ages. 6, 7 au sup. -ότατος.
Étym. ἀ, θορυβέω.
ἀθορύβητος, ruhig, Xen. Ag. 6.7.
ἀθορύβητος
θορυβέω
- undisturbed: τὸ ἀθ. tranquillity, Xen.