ἄλξ
ἄλξ· πῆχυς (Athaman.), Hsch. (cod. ἄλαξ). ἄλξεων· τειχέων, Id. ἀλξίας· πράξεις, καὶ ἐκλήψεις, Id.
valor, vigor
ἀλκὶ πεποιθώς
*ἄλξ (seul. dat. ἀλκί) force : ἀλκὶ πεποιθώς, Il. 5, 299 ; Od. 6, 130, confiant dans sa force ; cf. Thgn. 949.
Étym. cf. ἀλκή.
ἄλξ, *ἄλξ, ungebr. nom. zu ἀλκί.