ἄλσωμα Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἄλσ-ωμα, τό, = ἄλσος, Aq. 4 Ki. 23.4. ἄλσωμα -ματος, τό soto, bosque dedicado a Baal, Aq.4Re.23.4. ἄλσωμα, ατος (τὸ) lieu boisé, Aqu. 4 Reg. 23, 4 et 7. Étym. ἄλσος. ἄλσωμα, τό, Hain, LXX.