About
Menu

ἄλπνιστος

ἄλπνιστος, sweetest, loveliest

ἄλπνιστος, η, ον, Sup. of ἄλπνος (only in compd. ἔπαλπνος, q.v.),
  • sweetest, loveliest, Pi. I. 5(4).12; cf. ἀλπαλέον (cod. -αῖον) · ἀγαπητόν, Hsch. (Cf. ἔλπω (ϝέλπω), Lat. volup.)

Saved

Recent