Ἀγησιάναξ Save DGE Bailly 2024 Ἀγησιάναξ v. Ἡγησιάναξ. Ἀγησι·άναξ, ακτος (ὁ) Agèsianax, h. Plut. M. 3, 920e, 921b. Étym. ἡγ. ἄ.