ἀγήραντος
ἀγήραντος, ον, = sq., Simon. 100.4, E. Epigr. 2.1.
1 que no envejece
εὐλογίη
ἀγήραντον στόμα κόσμου παντός
de Homero
2 que no se desgasta
λίθος
ἀ·γήραντος, ος, ον, c. ἀγήρως, Sim. fr. 95 ; Eur. (Ath. 616).
Étym. ἀ, *γηραίνω.
ἀγήραντος, (γῆρας), unvergänglich, εὐλογία Simon. frg. 153 (VII.253); στέφανος Ep.adesp. 556 (APP 194). Homer heißt ἀγ. στόμα κόσμου Antip.Sid. 68 (VII.6).