Ἀδμήτειος Save Ἀδμήτειος, of Admetus DGE Bailly 2024 Ἀδμήτειος -ον de Admeto δώματα E.Alc.1. Ἀδμήτειος, ος, ον, d’Admète, Eur. Alc. 1. Étym. Ἄδμητος.