Ἀλεξαμένης Save DGE Bailly 2024 *Ἀλεξαμένης •DMic. a-re-ẓọ-me-ne (??). Ἀλεξαμένης, ους (ὁ) [ᾰᾰ] Alexaménès, h. Anth. 7, 485. Étym. ἀλέξω, μένος.