ἀλεκτρυώδης Save DGE Bailly 2024 ἀλεκτρυώδης -ες semejante al gallo πρὸς ἡδονὰς ἀ. Eun.Hist.71.2. ἀλεκτρυώδης, ης, ες, var. p. le préc. Eun. 94, 22.