Ἀρχικράτης Save DGE Bailly 2024 Ἀρχικράτης -ους, ὁ Arquícrates aqueo partidario de Dieo, II a.C., Plb.38.17.9; cf. Ἀρχεκράτης. Ἀρχι·κράτης, ους (ὁ) [ᾰτ] Arkhikratès, h. Pol. 40, 4. Étym. ἄ. κράτος.