Ἀστυκράτης Save DGE Bailly 2024 Ἀστυκράτης -ους, ὁ Astícrates un espartano, Paus.10.9.9. Ἀστυ·κράτης (ὁ) [ᾰτ] Astykratès, h. Paus. etc. Étym. ἄ. κράτος.