Ἀχιλληΐς Save Bailly 2024 Ἀχιλληΐς, ΐδος [ᾰ] adj. f. d’Achille : κριθαὶ Ἀχιλληΐδες, Hpc. 496, 53, c. κριθὴ Ἀχίλλειος. Étym. v. Ἀχίλλειος.