ἐγγωνοειδής
ἐγγωνοειδής, ές, = foreg. II, Thphr. HP 3.12.5.
que forma ángulo, anguloso
φύλλον ... ἐπὶ τῶν παλαιοτέρων (δένδρων) ἐγγωνοειδές
ἐγγωνο·ειδής, ής, ές, anguleux, Th. H.P. 5, 10, 5.
Étym. ἐγγώνιος, εἶδος.
ἐγγωνοειδής, ές, einen Winkel bildend, Theophr.