ἐγείρω
ἐγείρω, to awaken, wake up, rouse
- I Act., awaken, rouse, ἐ. τινὰ ἐξ ὕπνου 5.413, etc.; τοὺς δʼ . . ὑπνώοντας ἐγείρει 24.344; ἐ. τινὰ εὐνῆς E. HF 1050 (lyr.); simply, ἐ. τινά A. Eu. 140, etc.: metaph., τὰς τέχνας Theoc. 21.1.
- 2 rouse, stir up, Il. 5.208; ἐπεί μιν ἔγειρε Διὸς νόος 15.242; ἐγείρειν Ἄρηα stir the fight, 2.440, etc.; ἐ. μάχην, φύλοπιν, etc., 13.778, 5.496, etc.; Τρωσὶν θυμὸν ἐ. (v.l. ἀγεῖραι) ib. 510; ἐ. τινὰ ἐπὶ ἔργον Hes. Op. 20; ἔγειρε νῆα h.Ap. 408; ἐκδοχὴν πομποῦ πυρὸς ἐ. wake up the bale-fire, A. Ag. 299; λαμπάδας ἐ. Ar. Ra. 340: freq. metaph., ἐ. ἀοιδάν, λύραν, μέλος, θρῆνον, Pi. P. 9.104, N. 10.21, Cratin. 222, S. OC 1778 (anap.); μῦθον Pl. Plt. 272d; τὸ οὖς ἐ. ‘prick up’ the ears, Plot. 5.1.12.
- 3 raise from the dead, νεκρούς Ev.Matt. 10.8, cf. 1 Ep.Cor. 15.42 (Pass.); or from a sick-bed, Ep.Jac. 5.15.
- 4 raise, erect a building, Hyp. Fr. 103, Call. Ap. 64, OGI 677.3 (ii A. D.); ναόν Ev.Jo. 2.19, cf. Luc. Alex. 10:—Pass., στῦλος ἐγηγερμένος Bito 66.5, cf. Plu. Alex. 19, Jul. Caes. 320c.
- II Pass., with pf. Act. ἐγρήγορα, wake, ἐγειρομένων ἀνθρώπων Od. 20.100, cf. Hdt. 4.9, etc.; ἔγρετο δʼ ἐξ ὕπνου Il. 2.41: metaph., ἐγειρόμενος εἰς ἐμαυτὸν ἐκ τοῦ σώματος Plot. 4.8.1: in pf., to be awake, ἐγρηγόρθασι Il. 10.419; ἐγρήγορθε stay awake! 7.371, 18.299 (whereas ἔγρεο is wake up! Od. 15.46); ἐγρήγορας ἢ καθεύδεις; Pl. Prt. 310b; πόλις ζῶσα καὶ ἐγρηγορυῖα Id. Lg. 809d; καὶ ἐφρόνει καὶ ἐγρηγόρει X. Cyr. 1.4.20, etc.; of things, ἐγειρομένου χειμῶνος arising, Hdt. 7.49: so metaph., τὰ ἐκ τοῦ βαρβάρου ἐγειρόμενα ib. 148; ἐγρηγορὸς φρούρημα A. Eu. 706; ἐ. τὸ πῆμα Id. Ag. 346, etc.
- 2 rouse or stir oneself, be excited by passion, etc., Hes. Sc. 176, D. 19.305: c. inf., ἐγηγερμένοι ἦσαν μὴ ἀνιέναι τὰ τῶν Ἀθηναίων they were encouraged to prevent the departure of the Athenians, v.l. in Th. 7.51.
- III intr. in Act., arouse oneself, Aesop. 16b.
- IV in ἀμφὶ πυρὴν . . ἔγρετο λαός Il. 7.434, 24.789, ἔγρ. is for ἤγρ- (ἀγείρω); so in Maiist. 52.
A intr.
I en v. med.-pas. no de perf. (y a veces imperat. act.)
1 ref. al sueño, con suj. animado despertarse, salir del sueño
ἔγρεο, Τυδέος υἱέ
ὁ δ' ἔγρετο δῖος Ὀδυσσεύς
ἀλεκτρυόνων φθόγγος ἐγειρομένων
(λέγουσι) ἐγερθῆναι τὸν Ἡρακλέα
καθεύδεις; οὐκ ἐγείρεσθαί σ' ἐχρῆν;
κἂν ἔγρῃ μεσημβρινός
ἐγειρόμενοι ἐβοήθουν τεταραγμένοι
ἐγείρεσθαι νύκτωρ εἰς ... φυλακάς
levantarse de noche para hacer las guardiasἐγείρεσθαι χρὴ πρότερον δεσπότας οἰκετῶν
ἐγείρεται τὰ ζῷα πάλιν
πρώϊος δ' ἐγειρέσθω
ἔγειρ' ἀδελφῆς ἐφ' ὑμέναιον
ἔγρετο δ' ἐξ ὕπνου
ἐξ ἀναύδου καὶ μύσαντος ὄμματος ... ἠγείρετο
ἐκ τῶν ὕπνων ... θάμα ἐγειρόμενος
2 sin rel. c. el sueño levantarse, ponerse de pie, erguirse c. sujeto animado
ἐγειρέσθην κοτέοντε μάχεσθαι
εἴ τις ἄρειον ἔπος μητίσεται ἄλλη, ἐγρέσθω
καθεζόμενος πάλιν οὐκ ἠγείρετο
ἐκ τοῦ δείπνου
τῆς καθέδρας ἐγερθείς
ταῦτα εἰπὼν ἐγήγερται
• fig. levantarse, surgir
πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐγερθήσονται
• levantarse, salir del lecho restablecido de una enfermedad
ἔγειρε καὶ περιπάτει
ἐὰν γάρ τις νοσήσῃ τῶν παρ' ἡμῖν ... οὐκ ἐγίρονται (sic)
• c. suj. inanimado levantarse, ascender
ἡ δὲ ναῦς ἀεὶ πρὸς μὲν τὸ κυρτούμενον τῆς θαλάσσης ἠγείρετο
en una tormenta
• fig. animarse, cobrar ánimos
ἔγρεσθ' εἰς ἔργον
ταῦτα ἀκούσας ... ἠγέρθη
3 ref. a la muerte resucitar, levantarse de entre los muertos
ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις
ἠγείροντο οἱ νεκροί
λέγεσθαι ... ὅτι Ἰωάννης ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν
4 esp. de fenómenos naturales levantarse, producirse, formarse
ἐγειρομένου χειμῶνος
ἐγειρομένου δὲ καπνοῦ πολλοῦ
κῦμα ... ἐγερθέν
ἐγειρέσθω τὰ κύματα
• c. suj. abstr. suscitarse
φράσων ἐγειρόμενόν τι πρᾶγμα ἀνιαρόν
τῆς ἐν ὑμῖν διχονοίας ἐγερθείσης
5 reunirse c. suj. de pers. o abstr. e idea de mov.
ἀμφὶ πυρὴν κριτὸς ἔγρετο λαὸς Ἀχαιῶν
ἔγρετο ναοῖς πᾶσα πόλις
II perf. act. y med.
1 estar o mantenerse despierto, velar
φυλακῆς μνήσασθε καὶ ἐγρήγορθε ἕκαστος
ἐγρηγόρειν τὴν νύκτα πᾶσαν
τὴν μὲν ἡμέρην ἐγρηγορῆναι χρή, τὴν δὲ νύκτα καθεύδειν
ἐγρήγορας ἢ καθεύδεις;
• fig. estar alerta, vigilante c. sujeto inanimado
εὑδόντων ὕπερ ἐγρηγορὸς φρούρημα γῆς
del tribunal del Areópagoζῶσαν τὴν πόλιν καὶ ἐγρηγορυῖαν παρεχόμεναι
las fiestasτουτὶ τὸ πῦρ ἐγρήγορεν θεῶν ἕκατι
διὰ ταῦτ' ἐγρήγορεν, ἐφέστηκεν
por eso está despierto, al acecho de Filipo
2 ser despierto, despabilado
ἅμα θαυμάζων ὡς καὶ ἐφρόνει καὶ ἐγρηγόρει
• estar animado, estar excitado
οἱ ἐγρηγορότες ὀρχούμενοι
3 ref. a la muerte haber resucitado
θεασάμενοι νεκροὺς ἐγηγερμένους
ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν
• fig. de Atenas tras la victoria contra el persa
ἐν Ἀθήναις ἐγηγερμέναις
4 c. suj. inanimado estar levantado, erigido de constr.
μέγα σοὶ τρόπαιον ἐγήγερται
ἐγήγερται τοῖχος
ἡ κόμη ... ἐγήγερται ... ὑπὸ τοῦ αὐχμοῦ
5 fig. haber surgido, haber aparecido
οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου
αἵρεσίς τις ἄθεος ... ἐγήγερται ἀπὸ Ἰησοῦ
B tr., en v. act. (e imperat. med.)
I
1 ref. al sueño despertar, sacar del sueño
τοὺς ... ὑπνώοντας ἐγείρει
Ἠώς ... μιν ἔγειρε
ἔγειρε καὶ σὺ τήνδε
οἰκήτην
τοὺς δ' ἁλιεῖς ἤγειρε φίλος πόνος
τὴν δύναμιν ἐγείρας προήγαγεν
despertando al ejército avanzóἔγειρέ μοι σεαυτό
despiértatemeτόν ... ἔγρεο πλήσσων
• c. gen. indic. la situación de la que se sale
μὴ ... ἔξ ὕπνου γοόωσα φίλους οἰκῆας ἐγείρῃ
μὴ τὸν εὔδι' ἰαύονθ' ὑπνώδεά τ' ἐυνᾶς ἐγείρετε
τὸν μὲν λέχους ἤγειρα
2 no ref. al sueño levantar
πιάσας αὐτὸν τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν
de un hombre sentadoαἱ τίτθαι τὰ παιδία ... ἤγειραν
• sanar, devolver a la vida a enfermos
ἐγερεῖ αὐτὸν (τὸν κάμνοντα) ὁ κύριος
πολλοὺς ... νοσέοντας ἔγειρας
3 en rel. c. la muerte resucitar, levantar de entre los muertos
νεκροὺς ἐγείρετε
τοὺς πεπτωκότας ἔγειρον
τὸν Λάζαρον ἐκ νεκρ[ῶν
ὁ Πατὴρ ἐγείρει τὸν Υἱόν
ὃν ὁ Θεὸς ἔγειρεν ἐκ νεκρῶν
II fig. animar, avivar, alentar c. ac. de pers.
ἐπεί μιν ἔγειρε Διὸς νόος
νήεσσιν ἔπι ... ἔγειρεν Ἕκτορα
(Ἔρις) ἀπάλαμον ... ἐπὶ ἔργον ἐγείρει
ἤγειρεν Ἀθηναίους ἐπὶ τὴν μάχην
• apremiar, meter prisa
ὅπως οὖν μη[κέ]τι κωλύηται τὸ ἔργον, ἤγειρα αὐτοὺς ἐπὶ [τῷ] δικαίῳ
• c. ac. de partes y actividades corpóreas o mentales avivar, despertar, suscitar
Τρωσὶν θυμὸν ἐγεῖραι
τὴν προθυμίαν τὴν ἐμὴν εἰς τὴν πρὸς ὑμᾶς τειμήν
τὸ λογιστικόν
ὄμμ'
τὸ οὖς ... πρὸς τὸ ἄμεινον τῶν ἀκουστῶν
αἱ μαῖαι ... ἐπᾴδουσαι δύνανται ἐγείρειν τε τὰς ὠδῖνας
ἐπίνοιαι γὰρ ἀφροδισίων ἐγείρουσιν αἰδοῖα
• c. ac. abstr., indic. ‘lucha’ o ‘confrontación’ alentar, avivar, estimular
ὄφρα κε ... ἐγείρομεν ὀξὺν Ἄρηα
μάχην ἤγειραν
φύλοπιν
πόλεμον
ὅμιλον
στάσιν
ἔγειρ' ἐπέων σφιν οἶμον λιγύν
λύραν
Κρητικὸν μέλος
θρῆνον ἐγείρετε
φθόνου κεκρυμμένου φιλοσκώμμονα γλῶτταν ἐγείροντος
cuando la envidia escondida despierta una lengua burlonaπόλεμοι δὲ καὶ ὁδῶν πορεῖαι διὰ μουσικῆς ἐγείρονται
• abs. estimular el ánimo
ἐκ δ' ἀμφοτέροιιν ... ἀτρεκὲς αἷμ' ἔσσευα βαλών, ἤγειρα δὲ μᾶλλον
de ambos hice saltar la sangre al acertarles, pero más bien estimulé su coraje
III c. idea de mov.
1 poner en movimiento, impulsar c. obj. inanimado
κραιπνὸς δὲ νότος κατόπισθεν ἔγειρε νῆα
τοὺς δὲ ταρσοὺς τῶν νεῶν ἐγείρας καὶ πτερώσας ἑκατέρωθεν
ἔγειρε σεαυτήν
2 elevar, alzar
τὸ ὕδωρ κῦμα φλεγμαῖνον ἐγείρει
τὴν κεφαλήν
τὸν μηρὸν ἐγείρει καθ' αὑτοῦ
ἡ στρατιὰ ... ἀλαλαγμὸν ἐγείρουσα
ἐπεὶ δὲ πολὺς χοῦς ἐγήγερτο σωρηδόν
γονιορτὸν (l. κον-) ἐγερεῖ ... καθ' ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν
• poner enhiesto
ἀλεκτρυὼν μαχιμώτερος ὁ τὰ κάλλαια ἐγηγερκώς
• tb. c. ac. de pers. fig. elevar a la condición de c. pred.
αὐτὸν καθηγεμόνα τοῦ παντὸς ἔθνους ἐγείρας
IV indic. alguna forma de ‘creación’, c. suj. de pers.
1 erigir, levantar c. ac. de concr.
ὑπερῷα
θεμείλια
ναοὺς μὲν ἤγειραν εἰς ἔδαφος ἠρε[ιμμέν]ους
ναόν
σκηνὴν ἢ χάρακα
βωμόν
ἱρὰ καὶ νηούς
ναὸς ὃν ἠγείραμεν τῷ Θεῷ
τύπος, ὅν τοι ἐγείρει (una estatua)
τείχη
τρόπαιον
ἤδη γὰρ ὁ νεὼς ἐγήγερτο καὶ ἡ σκηνὴ παρεσκεύαστο
ἠγέρθη τὸ τεῖχος
2 crear, hacer surgir, suscitar c. suj. de pers. y ac. de la cosa creada
δύναται ὁ θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ
(ὁ θεός) ἤγειρεν θεοσεβείας σπέρμα ... ἐκ λίθων ἐκείνων
τὰ ἐκ τοῦ βαρβάρου ἐγειρόμενα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα
• fig. inventar
ἁ πενία ... τὰς τέχνας ἐγείρει
πᾶσαν ἐγείρει καὶ κινεῖ μηχανήν
V gram. levantar el acento grave o la sílaba átona, e.e. elevar el tono de la sílaba átona o con acento grave para convertirlo en agudo
ἐγείρει τὴν πρὸ αὐτοῦ βαρεῖαν εἰς ὀξεῖαν
αἱ ὀξυνόμεναι λέξεις, βαρυνόμεναι δὲ ... ἐγκλιτικοῦ ἐπιφερομένου τὴν βαρεῖαν ἐγείρουσιν
ἐκ δὲ ἀντωνυμιῶν αἱ μὲν ἐγείρουσαι τὴν ὀξεῖαν τὴν πρὸ αὐτῶν ἐγκλιματικαὶ καλοῦνται
ἡ βαρεῖα ... ἐγείρεται
• abs.
τὸ μὲν οὖν «τις» ἐγείρει
•Rel. ai. jāgāra, av. ǰaā́ra ‘velar’, que correspondería a un perf. *γήγορα o ἐγήγορα, quizá de *(°)H1geH1gor- sustituido luego por ἐγρήγορα prob. por influjo del aor. ἐγρέσθαι < *°H1gr-e-.
1. act. met acc., causat.
a. van pers. wekken, doen opstaan (uit slaap, ziekte of dood):
b. van zaken opwekken, ontketenen, in beweging brengen:
2.
a. van pers. wakker worden, opstaan:
b. van zaken de kop opsteken, in beweging komen:
Med. ἐγείρομαι, sich aufrichten, aufstehen vom Schlafe, aufwachen ; Od. 20.100 u. Folgde ; im aor. auch = Wache halten ; ἀμφὶ πυρήν Il. 7.434 ; ἐκ τῶν ὕπνων θαμὰ ἐγειρόμενος Plat. Rep. I.330e. – Hierzu gehört das perf. ἐγρήγορα, ich bin aufgewacht, bin wach ; Hom. auch ἐγρηγόρθασι, Il. 10.419 ; ἐγρήγορθε, als 2te Person plur. imperat., seid wach, 7.371, 18.299 ; ἐγρήγορθαι, 10.67, nach der Vorschrift der Gramm. so zu akzentuieren, vgl. Spitzner zu der Stelle ; plusqpf. auch ἠγρηγόρειν, Men. bei Phot.; ἐγρηγορὸς φρούρημα Aesch. Eum. 676 ; καθεύδομεν ἢ ἐγρηγόραμεν Plat. Theaet. 158b ; oft in demselben Ggstz. – Auch geistig, = wach, aufmerksam sein, lebhaftes od. munteres Geistes sein ; καὶ φρονεῖν Xen. Cyr. 1.4.20 ; Sp.; ἐγρηγορὸς βλέπειν, einen muntern, lebhaften Blick haben, Alciphr. In anderen Uebertragungen, πῆμα ἐγρηγορὸς ἂν εἴη, sei wach, ruhe nicht, Aesch. Ag. 337. Vgl. ἐγρηγορόων.
Hom. hat noch den aor. synkop. ἠγρόμην : ἔγρετο δʼ ἐξ ὕπνου Il. 2.41 ; ἔγρεο Νεστορίδη Od. 15.46 ; auch Ar. κἂν ἔγρῃ, Vesp. 774. Spätere bilden daraus das praes. ἔγρομαι, was Thom.Mag. als attisch aufführt : z.B. ἔγρεται Opp. H. 5.241 ; Nonn.; s. Kompp. Der inf. wird ἔγρεσθαι akzentuiert ; Od. 13.124 ; Ap.Rh. 4.1352 ; das partic. ἐγρόμενος Qu.Sm. 14.35 u. a. sp.D.
Aor. ἤγειρα Il. 5.208.
2 sing. -ας Il. 13.778.
3 sing. ἔγειρε Il. 5.496, 517, Il. 6.105, Il. 11.213, Il. 15.567, 603, Il. 17.544, 552, Il. 20.31, Il. 23.234: Od. 6.48, Od. 15.44, Od. 24.164.
3 pl. ἤγειραν Il. 17.261.
3 sing. subj. ἐγείρῃσι Il. 10.511. -ῃ Il. 5.413.
1 pl. -ομεν Il. 2.440, Il. 4.352, Il. 8.531, Il. 10.108, 146, Il. 18.304, Il. 19.237.
3 pl. opt. ἐγείρειαν Il. 10.166.
Infin. ἐγεῖραι Il. 5.510.
3 pl. pf. ἐγρηγόρθασι (app. fr. the mid. forms ἐγρήγορθε, ἐγρήγορθαι cited below) Il. 10.419.
Mid. 3 sing. aor. ἔγρετο Il. 2.41, Il. 7.434, Il. 15.4, Il. 24.789: Od. 6.117, Od. 13.187.
3 sing. opt. ἔγροιτο Od. 6.113.
Imp. ἔγρεο Il. 10.159: Od. 15.46, Od. 23.5.
Pple. ἐγρόμενος Od. 10.50.
Infin. ἔγρεσθαι Od. 13.124.
Imp. pl. pf. ἐγρήγορθε Il. 7.371, Il. 18.299.
Infin. ἐγρήγορθαι Il. 10.67.
(ἀν-, ἐπ-.)
- 1
To rouse from sleep, waken: καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει Il. 24.344: = Od. 5.48 = Od. 24.4. Cf. Il. 5.413, Il. 10.108, 146, 166, 511, Il. 23.234: Od. 6.48, Od. 15.44.
To keep awake: μελεδήματά [μιν] ἔγειρεν Od. 15.8.
- 2
To rouse, stimulate, stir to action: ἔγειρέ μιν Διὸς νόος Il. 15.242. Cf. Il. 5.208, 510, Il. 13.58, Il. 15.232, 567, 594, 603, Il. 17.552: Od. 24.164.
Absol.: ἔγειρε κατὰ στρατόν Il. 13.357.
- 3
To stir up, bring about, cause to break forth (battle, strife, etc.): ὀξὺν Ἄρηα Il. 2.440, Il. 4.352 = Il. 19.237, Il. 8.531 = Il. 18.304. Cf. Il. 5.496 = Il. 6.105 = Il. 11.213, Il. 5.517, Il. 13.778, Il. 17.261, 544, Il. 20.31.
- 4
In mid.
- a
To rouse oneself from sleep, waken: ἔγρετο Ζεύς Il. 15.4. Cf. Il. 2.41, Il. 10.159: ἐγρόμενος μερμήριξα Od. 10.50. Cf. Od. 6.113, 117, Od. 13.124, 187, Od. 15.46, Od. 20.100, Od. 23.5.
- b
To rouse oneself to action, bestir oneself: ἔγρετο λαός Il. 7.434, Il. 24.789 (perh. rather ἤγρετο
fr. ἀγείρω; cf. ἀγείρω 2). - c
In pf., to keep oneself awake, be on the alert: ἐγρήγορθε ἕκαστος Il. 7.371 = Il. 18.299.
So in act. form ἐγρηγόρθασι Il. 10.419.
App., merely = a: ἐγρήγορθαι ἄνωχθι Il. 10.67.
- a
- 1
- 1arouse, awaken met.
- a of song. ἔγειρʼ ἐπέων σφιν οἶμον λιγύν O. 9.47 αὖτις ἐγεῖραι καὶ παλαιὰν δόξαν ἑῶν προγόνων P. 9.104 ἀλλʼ ὅμως εὔχορδον ἔγειρε λύραν N. 10.21 ]σφιν ἐγειρον[ Πα. 13a. 17.
- b arouse to battle χαλκοκορυστὰν ὅμιλον ἐγείρων (sc. Νεοπτόλεμος) Pae. 6.108
Strong 1453
1. to awaken, arouse from sleep: Mk 4:38, Ac 12:7; metaph., of spiritual awakening, Ro 13:11 (pass.), Eph 5:14; pass., to be aroused, wake up: Mt 25:7, Mk 4:27; ἀπὸ τ. ὕπνου, Mt 1:24.
2. Freq. in NT, to raise from the dead: νεκρούς, Jo 5:21, Ac 26:8, II Co 1:9; ἐκ νεκρῶν, Jo 12:1, Ac 3:15, Ro 8:11, al.; pass., rise from death: Mt 11:5, Lk 7:22, Jo 2:22, Ro 6:9, al.; ἀπὸ τ. νεκρῶν, Mt 14:2, al.
3. In late Gk.,
(a) to raise, from sitting, lying, sickness; mid. and pass., to rise: Mt 9:5, 7, Mk 1:31, 9:27 10:49, al.; redundant, like Heb.
(b) to raise up, cause to appear: Ac 13:22 (cf. Jg 2:18); τέκνα, Mt 3:9; pass., to appear: Mt 11:11, Mk 13:22, al.
4. to rouse, stir up; pass., to rise against: Mt 24:7, Mk 13:8.
5. Of buildings, to raise: τ. ναόν, Jo 2:19, 20 (cf . De 16:22, Si 49:13); (cf. δι-, ἐξ-, ἐπ-, συν-εγείρω, and V. Cremer, 224).
1
1.a
ἔγειρόν σου τὴν νυκτερινὴν μορφήν
despierta tu figura nocturna
levántate para mí, dios de rostro de gato, y realiza la obra tal
1.b
μὴ μου παρακούσῃς, νεκύδαιμον, ..., ἀλλ' ἔγειρον μόνον σεαυτόν
no me desobedezcas, demon de muerto, por el contrario, despiértate
ἔγειρέ μοι <σαυτόν>, ὁ μέγας δαίμων
despiértate para mí tú, el gran demon
<ἔγειρέ μοι σεαυτόν, νεκυδαίμων,> ὅστις ποτὲ εἶ
despiértate para mí, demon de muerto, seas quien seas
2
ἅγιος ἅγι[ος ἅ]γιος κύριος ... ὁ ἐγ[είρ]ων τὸν Λάζαρον ἐκ νεκρ[ῶν ἤ]δη τεταρταίῳ
Santo, Santo, Santo Señor, el que resucitó a Lázaro de entre los muertos al cuarto día
- IAct. to awaken, wake up, rouse, Il., Trag.
- 2to rouse, stir up, ἐγείρειν Ἄρηα to stir the fight, Il., etc.
- 3to raise from the dead, NTest.; or from a sick bed, NTest.
- 4to raise or erect a building, NTest.
- IIPass., with perf. act. ἐγρήγορα, to awake, Od., Hdt., etc.: in aor2 also to keep watch or vigil, Il.:—in perf. to be awake, Hom., Attic
- 2to rouse or stir oneself, be excited by passion, Hes., Thuc.
-
…ἐγείρεσθαι ὑπὸ μύωπός τινος, οἷον δή μοι δοκεῖ ὁ θεὸς ἐμὲ τῇ πόλει προστεθηκέναι τοιοῦτόν τινα, ὃς ὑμᾶς ἐγείρων καὶ πείθων καὶ ὀνειδίζων ἕνα ἕκαστον οὐδὲν παύομαι τὴν ἡμέραν ὅλην πανταχοῦ προσκαθίζων. τοιοῦτος οὖν ἄλλος οὐ ῥᾳδίως ὑμῖν…
Plato, Apology
-
…. τεκμαίρομαι δὲ ἔκ τινος ἐνυπνίου ὃ ἑώρακα ὀλίγον πρότερον ταύτης τῆς νυκτός · καὶ κινδυνεύεις ἐν καιρῷ τινι οὐκ ἐγεῖραί με. ἦν δὲ δὴ τί τὸ ἐνύπνιον ; ἐδόκει τίς μοι γυνὴ προσελθοῦσα καλὴ καὶ εὐειδής, λευκὰ ἱμάτια…
Plato, Crito
-
…ἄνδρες, ἀλλʼ ἐὰν ἐμοὶ πείθησθε, φείσεσθέ μου · ὑμεῖς δʼ ἴσως τάχʼ ἂν ἀχθόμενοι, ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι, κρούσαντες ἄν με, πειθόμενοι Ἀνύτῳ, ῥᾳδίως ἂν ἀποκτείναιτε, εἶτα τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῖτε ἄν ,…
Plato, Apology
-
…εἰπεῖν προσκείμενον τῇ πόλει ὑπὸ τοῦ θεοῦ ὥσπερ ἵππῳ μεγάλῳ μὲν καὶ γενναίῳ, ὑπὸ μεγέθους δὲ νωθεστέρῳ καὶ δεομένῳ ἐγείρεσθαι ὑπὸ μύωπός τινος, οἷον δή μοι δοκεῖ ὁ θεὸς ἐμὲ τῇ πόλει προστεθηκέναι τοιοῦτόν τινα, ὃς ὑμᾶς ἐγείρων…
Plato, Apology
-
…τε ἀγρυπνίᾳ καὶ λύπῃ εἶναι, ἀλλὰ καὶ σοῦ πάλαι θαυμάζω αἰσθανόμενος ὡς ἡδέως καθεύδεις · καὶ ἐπίτηδές σε οὐκ ἤγειρον ἵνα ὡς ἥδιστα διάγῃς. καὶ πολλάκις μὲν δή σε καὶ πρότερον ἐν παντὶ τῷ βίῳ ηὐδαιμόνισα τοῦ τρόπου ,…
Plato, Crito
-
…αὐτῷ ἀνέῳξέ τις, εὐθὺς εἴσω ᾔει ἐπειγόμενος, καὶ τῇ φωνῇ μέγα λέγων, ὦ Σώκρατες, ἔφη, ἐγρήγορας ἢ καθεύδεις ; καὶ ἐγὼ τὴν φωνὴν γνοὺς αὐτοῦ, Ἱπποκράτης, ἔφην, οὗτος · μή τι νεώτερον ἀγγέλλεις…
Plato, Protagoras
-
…ὁ μὲν οὖν εὑρίσκων ἑαυτοῦ ἐν τῷ βίῳ πολλὰ ἀδικήματα καὶ ἐκ τῶν ὕπνων, ὥσπερ οἱ παῖδες, θαμὰ ἐγειρόμενος δειμαίνει καὶ ζῇ μετὰ κακῆς ἐλπίδος · τῷ δὲ μηδὲν ἑαυτῷ ἄδικον συνειδότι ἡδεῖα ἐλπὶς ἀεὶ πάρεστι καὶ ἀγαθὴ γηροτρόφος…
Plato, Republic
-
…μήδετο ἔργα · θήσειν γὰρ ἔτʼ ἔμελλεν ἐπʼ ἄλγεά τε στοναχάς τε Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι διὰ κρατερὰς ὑσμίνας. ἔγρετο δʼ ἐξ ὕπνου, θείη δέ μιν ἀμφέχυτʼ ὀμφή · ἕζετο δʼ ὀρθωθείς, μαλακὸν δʼ ἔνδυνε χιτῶνα καλὸν νηγάτεον…
Homer, Iliad
-
…ἀπὸ χθονὸς ἂμ φυτὰ βαίνῃ Πληιάδας φεύγων, τότε δὴ σκάφος οὐκέτι οἰνέων · ἀλλʼ ἅρπας τε χαρασσέμεναι καὶ δμῶας ἐγείρειν · φεύγειν δὲ σκιεροὺς θώκους καὶ ἐπʼ ἠόα κοῖτον ὥρῃ ἐν ἀμήτου, ὅτε τʼ ἠέλιος χρόα κάρφει. τημοῦτος…
Hesiod, Works and Days
-
…μακρὸν Ὄλυμπον, αὐτὰρ ὁ Νεστορίδην ἐξ ἡδέος ὕπνου ἔγειρεν λὰξ ποδὶ κινήσας, καί μιν πρὸς μῦθον ἔειπεν · ἔγρεο, Νεστορίδη Πεισίστρατε, μώνυχας ἵππους ζεῦξον ὑφʼ ἅρματʼ ἄγων, ὄφρα πρήσσωμεν ὁδοῖο. τὸν δʼ αὖ Νεστορίδης Πεισίστρατος…
Homer, Odyssey