ἐγγύτερος
ἐγγύτερος, nearer
- nearer, Procop.Gaz. Ep. 62: Sup. ἐγγύτατος, η, ον, nearest, Aen.Tact. 28.3 (s. v.l.), LXX Jb. 6.15; διʼ ἐγγυτάτου, = ἐγγυτάτω, Th. 8.96.
I
1 sent. local que está más cerca, más próximo Tyrt.2.11 (vol.2, p.310), c. gen.
ὁ δὲ ἐ. τοῦ βάρους
ἐγγύτεροι δὲ οὗτοι τοῦ βλαστοῦ καὶ τῶν σύκων
τοῦ ὅλου τμάματος τὸ κέντρον τοῦ βαρέως ἐγγύτερόν ἐστι τᾶς κορυφᾶς ... ἢ ...
el centro de gravedad del segmento completo está más cerca del vértice que ...πρὸς ἐγγυτέρους καὶ τῶν Μήδων καὶ τῶν Πάρθων
ὁ σατανᾶς ... ἐ. ἐστι τῆς ψυχῆς
ἐγγύτερον τοῦ Ἡλίου αὐτὸν ποιεῖ
• neutr. sg. como adv. ἐγγύτερον más cerca
ἐγγύτερον ... κεῖται τῆς θαλάττης
2 sent. temp. que está más cercano, más próximo fig. c. dat.
ἐγγυτέρας γὰρ ἐμοὶ αὐτὰς τὰς τοῦ σε πάλιν ἰδεῖν ἡγούμην ἐλπίδας
3 ref. a la cualidad que está o es más próximo, más afín, más semejante c. gen.
ὥστε ἐγγύτερον εἶναι νομίζειν τὸν πόνον τῆς τἀγαθοῦ φύσεως ἢ τῆς τοῦ κακοῦ
4 ref. al parentesco más próximo c. gen.
τὸ ἐγγυτέρους εἶναι τοῦ γένους
II adv. -ως de la manera más próxima
(δεῖξαι) ἐ. τῷ τὰ διὰ μακροῦ ἐν βραχεῖ συναιρῆσαι