Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγκυλόω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκυΐσκω
ἐγκυκάω
ἐγκυκλέομαι
ἐγκυκλεύω
ἐγκυκλέω
ἐγκύκληθρον
ἐγκύκλημα
ἐγκυκλητής
ἐγκυκλιακός
ἐγκυκλίζω
ἐγκύκλιος
ἐγκυκλιώνης
ἐγκυκλίως
ἔγκυκλον
ἐγκυκλοπαιδεία
ἐγκυκλοποσία
ἔγκυκλος
ἐγκυκλόω
ἐγκύκλωσις
ἐγκυλίδωτος
ἐγκυλινδέομαι
ἐγκυλινδέω
ἐγκυλίνδησις
ἐγκυλίνδομαι
ἐγκυλίνδω
ἐγκύλισμα
ἐγκυλισμός
ἐγκυλίω
ἐγκυλίωτος
ἐγκύλλομαι
ἐγκυλόω
ἐγκυμαίνω
ἐγκυματίζω
ἐγκύματος
ἐγκυματόω
ἐγκυμονάλμας
ἐγκυμονέω
ἐγκυμόνησις
ἐγκυμονικός
ἔγκυμος
ἐγκυμόω
ἐγκύμων
Ἐγκύμων
ἐγκυοποιέω
ἔγκυος
ἐγκυοφορέω
ἐγκύπτω
ἐγκυρέω
ἐγκύρημα
ἐγκύρησις
ἐγκυριεύω
ἔγκυρμα
ἐγκυρσεύω
ἐγκύρτια
ἐγκύρτιον
ἔγκυρτος
ἐγκύρτωσις
ἐγκύρω
ἐγκυσίκωλος
ἐγκυσίχωλος
ἔγκυτα
…
ἐγκυλόω
Save
DGE
ἐγκῠλόω
redondear
en v. pas.
ἐγκυλούμεναι φλέβες
venas hinchadas
Gr.Naz.M.37.820.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}