Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγκύλλομαι
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκυΐσκομαι
ἐγκυΐσκω
ἐγκυκάω
ἐγκυκλέομαι
ἐγκυκλεύω
ἐγκυκλέω
ἐγκύκληθρον
ἐγκύκλημα
ἐγκυκλητής
ἐγκυκλιακός
ἐγκυκλίζω
ἐγκύκλιος
ἐγκυκλιώνης
ἐγκυκλίως
ἔγκυκλον
ἐγκυκλοπαιδεία
ἐγκυκλοποσία
ἔγκυκλος
ἐγκυκλόω
ἐγκύκλωσις
ἐγκυλίδωτος
ἐγκυλινδέομαι
ἐγκυλινδέω
ἐγκυλίνδησις
ἐγκυλίνδομαι
ἐγκυλίνδω
ἐγκύλισμα
ἐγκυλισμός
ἐγκυλίω
ἐγκυλίωτος
ἐγκύλλομαι
ἐγκυλόω
ἐγκυμαίνω
ἐγκυματίζω
ἐγκύματος
ἐγκυματόω
ἐγκυμονάλμας
ἐγκυμονέω
ἐγκυμόνησις
ἐγκυμονικός
ἔγκυμος
ἐγκυμόω
ἐγκύμων
Ἐγκύμων
ἐγκυοποιέω
ἔγκυος
ἐγκυοφορέω
ἐγκύπτω
ἐγκυρέω
ἐγκύρημα
ἐγκύρησις
ἐγκυριεύω
ἔγκυρμα
ἐγκυρσεύω
ἐγκύρτια
ἐγκύρτιον
ἔγκυρτος
ἐγκύρτωσις
ἐγκύρω
ἐγκυσίκωλος
ἐγκυσίχωλος
…
ἐγκύλλομαι
Save
DGE
ἐγκύλλομαι
sent. dud.
ἐγκύλλεσθαι τὸ καυχᾶσθαι
Eust.1899.9.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}