About Report a problem

Menu

ἐεισάμην

ἐεισάμην, ἐείσαο, part. ἐεισάμενος, Ep. aor. of εἴδομαι,
  • v. *εἴδω:— but ἐείσατο, ἐεισάσθην, v. εἴσομαι II.

Saved

Recent