ἐεδνωτής
1 el que dota a la novia
ἐπεὶ οὔ τοι ἐεδνωταὶ κακοί εἰμεν
2 esposo
ὥς κε ... ἔχοις ... Χριστόν ἐεδνωτήν
ἐεδνωτής, ep. = ἑδνωτής.
ἐεδνωτής
ὁ
[ἔεδνα.]
A match-maker, marriage-broker: οὐκ ἐεδνωταὶ κακοί εἰμεν Il. 13.382.