ἐείκοσι
ἐείκοσι, ἐεικοστός, v. εἴκοσι, etc.
ἐείκοσι, ep. u. ion. = εἴκοσι ; eben so ἐεικοστός.
ἐείκοσι
ἐεικοστός
See εἴκοσι, εἰκοστός.
ἐείκοσι , ἐείκοσιν: see εἴκοσιν.
ἐεικοστός
See εἴκοσι, εἰκοστός.