ἐεικόσορος
ἐεικόσορος, twenty-oared
ἐεικόσορος, v. εἰκόσορος.
ἐεικόσορος
-ον
[ἐείκοσι + ὀρ-, ἐρ-, ἐρέσσω.]
Of twenty oars: νηός Od. 9.322.
ἐεικόσορος (ἐϝεικ.): twenty-oared, Od. 9.322†.
ἐεικόσορος, twenty-oared
-ον
[ἐείκοσι + ὀρ-, ἐρ-, ἐρέσσω.]
Of twenty oars: νηός Od. 9.322.