ἐθιστέον
ἐθιστέον, one must accustom
ἐθ-ιστέον,
- one must accustom, τῇ γνώμῃ ὑπηρετεῖν ἐ. τὸ σῶμα X. Mem. 2.1.28, cf. Pl. R. 396a, etc.
hay que acostumbrar c. ac. e inf.
τοὺς δ' ἄλλους ἐ. ἀκούειν
τῇ γνώμῃ ὑπηρετεῖν ἐ. τὸ σῶμα
οὐδὲ μαινομένοις ἐ. ἀφομοιοῦν αὑτούς
τὴν ψυχὴν μὲν τὰ καλὰ βλέπειν ἐπιτηδεύματα
ἐθιστέον, vb. d’ἐθίζω, Xén. Mem. 2, 1, 28 ; Plat. Rsp. 396a, etc.