ἔθισμα
ἔθισμα, custom, habit
ἔθ-ισμα, ατος, τό, (ἐθίζω)
- custom, habit, Pl. Lg. 793d.
1 costumbre, hábito
τὰ γὰρ μαθήματα καὶ τὰ ἀναγνωρίσματα ἐθίσματά ἐστιν
δίδαγμα καὶ ἔ. πρὸς ἵππον ἄριστον
2 costumbre, uso consuetudinario
ἐὰν ... νόμιμα ἢ καὶ ἐθίσματα ... μακροτέρους ποιῇ τοὺς νόμους
ἔθισμα, ατος (τὸ) usage, accoutumance, Xén. Eq. 6, 13 ; Plat. Leg. 793d.
Étym. ἐθίζω.
ἔθισμα, τό, das Angewöhnte, die Gewohnheit ; πολλὰ νόμιμα ἢ καὶ ἐθίσματα Plat. Legg. VII.793d ; Xen. de art. Eq. 6.13.