ἐκβοσκέω
consumir, absorber
ἐκ πολλῆς ξηρότητος ἐκβοσκησάσης τὰ ὑγρά
• v. med. mismo sent.
ἐπειδὰν γὰρ ἐκβοσκήσηται τὴν ἰκμάδα πᾶσαν αὐτοῦ τὸ θερμόν
consumir, absorber
ἐκ πολλῆς ξηρότητος ἐκβοσκησάσης τὰ ὑγρά
• v. med. mismo sent.
ἐπειδὰν γὰρ ἐκβοσκήσηται τὴν ἰκμάδα πᾶσαν αὐτοῦ τὸ θερμόν