ἐκδρέπομαι
ἐκδρέπομαι, pluck off
ἐκδρέπομαι,
- pluck off, τούτων φύλλον Aristaenet. 1.3 (Pass.).
arrancar de
τούτων (δένδρων) ἐκδρεψάμενος φύλλον
ἐκ·δρέπομαι (part. ao. ἐκδρεψάμενος) cueillir, Aristén. 1, 13.
ἐκδρέπομαι, herauspflücken, Aristaenet. 1.13.