ἐκδυάζομαι
ἐκδυάζομαι, to be conjoined
ἐκδῠάζομαι, Pass.,
- to be conjoined, ποικίλως σὺν ἀλλήλαις Phld. Herc. 1003.
trabar, emparejar
ποικίλως «ὑπὸ τῶν» «ἐκ τῆς» ... [σὺν] ἀλλήλαις ἐκδεδυασ[μέν]ων